ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΑΝ ΕΝΑ ΕΚΤΡΩΜΑ ΓΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ.
ΕΜΕΙΣ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ 1ον.
Ειδικό
Αρχειακό
Αφιέρωμα
Του εκδότου του
www.Apodimos.com
Ξενοφώντα Φαφούτη
Ένα από τα πολλά εγκλήματα που έχουν διαπράξει οι Τούρκοι
στην Κύπρο, εκτός από τον εποικισμό και την αλλαγή του δημογραφικού
χαρακτήρα της κατεχόμενης Κύπρου, είναι και η αλλαγή της ιστορίας του
νησιού. Κατασκεύασαν ένα έκτρωμα που δεν έχει καμία σχέση με την
πραγματική ιστορία της Κύπρου και την προσάρτησαν και την ταύτισαν με την
ήδη παραχαραγμένη ιστορία της Τουρκίας. Αυτήν την παραχαραγμένη ιστορία,
αφού κατάφεραν να την εμπεδώσουν οι ίδιοι, την διδάσκονται στα σχολεία σε
όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσής τους και το χειρότερο οι ξεναγοί την
μεταφέρουν στους ξένους που επισκέπτονται την Τουρκία και την κατεχόμενη
Κύπρο και αυτήν την ψεύτικη και παραχαραγμένη ιστορία που στηρίζεται σε
μια πλεκτάνη αληθοφάνειας την παρουσιάζουν ως μια ενιαία ιστορία της Τουρκίας
και της κατεχόμενης Κύπρου που να φαίνεται ότι όχι μόνον η κατεχόμενη
Κύπρος αλλά και η υπόλοιπη ελεύθερη Κύπρος έχουν κοινή ιστορία με την
τουρκική ιστορία. Εμείς σαν
Apodimos.com
θα ενημερώσουμε
όλους τους
Έλληνες (Ελλαδίτες, Κύπριους και Απόδημους) και
Ομογενείς αδελφούς μας , για με αυτή την ειδική ενημέρωση μας θα
παρουσιάσουμε την Ιστορία της Κύπρου διότι δεν
μπορεί να μας σβήσει και την Ιστορία ο Υπουργός των Εξωτερικών
της Τουρκίας κ. Αχμέτ Νταβούτογλου, με το Δόγμα του που εκπονεί με τις
γεωστρατηγικές απόψεις του που σχηματίζουν το αποκαλούμενο δόγμα Νταβούτογλου.
Σε πρόσφατο συνέδριο πολιτιστικής κληρονομιάς, που
έγινε στην Τουρκία υπό την προεδρία του ΥΠΕΞ της Τουρκίας, Davutoglu,
ελέχθη ότι στη σημερινή Τουρκία οι Τούρκοι είναι οι συνεχιστές της ιστορίας
των αρχαίων πολιτισμών, οι οποίοι αναμείχθηκαν με τον τουρκικό πολιτισμό
και κουλτούρα και το κράμα αυτής της ανάμειξης άρχισε να παράγεται από το
1071 μ.Χ., όταν εμφανίστηκαν στην περιοχή η μάζα των Μογγόλων Τούρκων που
έφθασαν από τη Μογγολία.
Αυτό το κατασκεύασμα το παρουσιάζουν τουρκική ιστορία
και στηρίζεται στους Φρύγες, μιαν αρχαία φυλή που για αληθοφάνεια αναφέρουν
αποσπάσματα από τον Όμηρο και συγκεκριμένα από την Ιλιάδα, αναφέροντας
τους Φρύγες ως εχθρούς των Ελλήνων στον πόλεμο της Τροίας. Θεωρούν τους
Φρύγες ως προπατόρές τους και η αντιπαλότητα των Τούρκων με τους Έλληνες
αρχίζει από την εποχή του Τρωικού Πολέμου. Για να στηρίξουν αυτό το
ψεύτικο κατασκεύασμα, αναφέρουν ότι οι Φρύγες πριν από τον Τρωικό Πόλεμο
κατοικούσαν στη Θράκη και Σαμοθράκη και με τον ερχομό των Αχαιών
υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τη Θράκη και να εγκατασταθούν στη Μικρά
Ασία. Για να υποστηρίξουν αυτό το ψέμα παρουσιάζουν ένα αγγείο που ευρέθη
στη Σαμοθράκη, πάνω στο οποίο φαίνονται χορευτές να χορεύουν γυρνώντας
γύρω από τον εαυτό τους και να βγαίνει σκόνη. Σε αυτόν το χορό στηρίζουν
την αληθοφάνεια της πλαστής ιστορίας ότι οι σημερινοί Δερβίσηδες έχουν βάση
στη διδασκαλία τους τον Πλάτωνα.
Δεν είναι τυχαίο που βάζουν σε αυτό το κατασκεύασμα
και τον Πλάτωνα. Όπως θα δούμε πιο κάτω, αφήνουν υπονοούμενο ότι σε αυτό το
έκτρωμα της ιστορίας τους έχουν και στοιχεία του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού
πως οι Αρχαίοι Έλληνες δεν έχουν σχέση με τους σύγχρονους Έλληνες και
είναι κάτι διαφορετικό.
Στα σχολεία οι Τούρκοι διδάσκονται αυτήν την παραχαραγμένη
ιστορία ως γενική για όλους τους Τούρκους Περαστικοί και κατακτητές.
Σε περιοχές όπου ήκμασε ο αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός,
όπως η Ιωνία, η περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, τα νότια παράλια
της Τουρκίας και η κατεχόμενη Κύπρος παρουσιάζουν την ίδια
ιστορία και κοινό γνώρισμα της ιστορίας αυτών των περιοχών είναι ότι οι
Έλληνες παρουσιάζονται ως περαστικοί και ως κατακτητές. Πρώτους κατοίκους
της Τουρκίας στα βιβλία της ιστορίας τους, στα εγχειρίδια που
δίνουν δωρεάν στους ξένους τουρίστες και στο διαδίκτυο
παρουσιάζουν τους Χετταίους από το 1900 π.Χ. μέχρι το 1200 π.Χ. Από το
1200 π.Χ. μέχρι το 600 π.Χ. η Τουρκία ήταν κάτω από την Περσική Αυτοκρατορία
και οι λαοί που ζούσαν στη Τουρκία, οι Φρύγες και οι Λήδες,
είχαν άμεση επιρροή από τους Πέρσες………………και
συνεχίζουμε σε άλλο σημείο όπου παρουσιάζουμε
ότι
Το εγχειρίδιο που χορηγείται δωρεά στους τουρίστες στα
κατεχόμενα, στην εισαγωγή του αναφέρει ότι η «ΤΔΒΚ» για να φθάσει σήμερα
στην κατάσταση που βρίσκεται, πέρασε πολέμους και καταστροφές από τα βάθη των
αιώνων. Πέρασαν πάρα πολλοί κατακτητές όπως Φοίνικες, Ασσύριοι,
Αιγύπτιοι, Πέρσες, Έλληνες. Η νήσος Κύπρος το 648 μ.Χ. κατελήφθη από τον
Hazretin Osman
και από τότε ο Ισλαμισμός έγινε θρησκεία της Κύπρου.
Ενώ οι Τούρκοι στην κατεχόμενη Κύπρο διδάσκονται αυτήν
την παραχαραγμένη ιστορία, παρατηρούμε ότι στις ελεύθερες περιοχές
γίνεται μια προσπάθεια να μη διδάσκεται η Ιστορία της Κύπρου. Αυτή η
προσπάθεια να αποσιωπηθεί η ιστορία της Κύπρου είναι κατευθυνόμενη από το
International Group of Crisis,
μετά την άρνηση των Ελληνοκυπρίων να δεχθούν τη λύση όπως ήταν στο σχέδιο
Αναν. Αναφέρεται ότι μια αιτία που οι Ελληνοκύπριοι δεν αποδέχθηκαν το
σχέδιο λύσης είναι ο εθνικός φανατισμός των Ελληνοκυπρίων που καλλιεργείται
στα σχολικά βιβλία για την Ιστορία της Κύπρου. Παρατηρείται τα
τελευταία δυο χρόνια ότι εκτός από την αλλαγή των βιβλίων της Ιστορίας σε Ελλάδα
και Κύπρο στο βωμό της δήθεν επαναπροσέγγισης και επανένωσης, έχουν
εξαφανισθεί από τα ξενοδοχεία τα εγχειρίδια της Ιστορίας της Κύπρου.
Φεύγοντας από την Κύπρο ένας ξένος έχει μαζί του το εγχειρίδιο με την
παραχαραγμένη ιστορία που δίδεται δωρεάν.
………………
Τα περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε στο
http://www.sigmalive.com/simerini/politics/reportaz/278384
Λόγω των πιο πάνω τεκταινόμενων εμείς σαν
Apodimos.com
θα παρουσιάσουμε σε
όλους τους
Έλληνες (Ελλαδίτες, Κύπριους και Απόδημους) και
Ομογενείς αδελφούς μας , παρουσιάσουμε την πραγματική Ιστορία της
Κύπρου η οποία είναι Πόνημα της Εκκλησίας της Κύπρου
http://www.churchofcyprus.org.cy
που έγινε με ευλογίες τους μακαριώτατου Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β΄
και το όλο έργο επιμελήθηκε ο Δρ. Ανδρέας Δημητρίου.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 1ον Κεφάλαιο
Το όλο έργο που θα παρουσιάσουμε κατανέμετε στα πιο
κάτω Κεφάλαια 2 :
-
οι πρώτοι Κύπριοι, η Νεολιθική περίοδος, η
Νεολιθική περίοδος Β΄, η Χαλκολιθική περίοδος, η Πρώιμη
Εποχή του Χαλκού, η Μέση Εποχή του Χαλκού, η Ύστερη εποχή του
Χαλκού,
-
η Γεωμετρική περίοδος, η Αρχαϊκή περίοδος,
η Κλασική περίοδος, η Ελληνιστική περίοδος, η Ρωμαϊκή
περίοδος, η Έλευση και οι τρεις πρώτοι αιώνες του Χριστιανισμού.
Θα αρχίσουμε με την Εισαγωγή παρουσιάζοντας γενικές
πληροφορίες τις οποίες όπως και το όλο έργο έχει επιμεληθεί ο ο Δρ. Ανδρέας
Δημητρίου.
Η Κύπρος, παρά το μικρό της μέγεθος σε σύγκριση με τις
γειτονικές της χώρες και τον όγκο της ασιατικής και αφρικανικής ηπείρου
που εκτείνονται πέρα από τις θάλασσες που την περιβάλλουν, έπαιξε πολύ
σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Εγγύς Ανατολής. Αυτό επέπρωτο να συμβεί,
επειδή βρισκόταν στη μέση του αρχαίου κόσμου, ο οποίος υπήρξε το λίκνο του
δυτικού πολιτισμού.

Η Μικρά Ασία βρίσκεται μόλις 70 χιλιόμετρα μακριά και
η Συρία λίγο παραπάνω από 100 από το ανατολικότατο άκρο της χερσονήσου της
Καρπασίας, από όπου και είναι ορατή όταν το επιτρέπουν οι καιρικές
συνθήκες, ενώ η Αίγυπτος και η Ρόδος με το Αιγαίο απέχουν
λιγότερο από 400 χιλιόμετρα. Ήταν επομένως φυσικό επακόλουθο να ανθίσει
στην Κύπρο ο πολιτισμός πολύ νωρίς. Η θάλασσα δεν υπήρξε ποτέ
αποτρεπτικός παράγοντας από του να την πλησιάσει ο άνθρωπος, ιδιαίτερα μετά
που έφτιαξε κάποιου είδους σκάφη που επέτρεπαν αρχικά σε κάποιους λίγους,
τολμηρούς βέβαια ανθρώπους, να αποτολμήσουν το πέρασμά της και να φθάσουν
στις ακτές της Κύπρου, η οποία ήταν ορατή ιδιαίτερα από τις ακτές της Μ.
Ασίας.
Μπορούμε να μιλήσουμε για κυπριακό πολιτισμό ήδη από
την ένατη χιλιετία π.Χ., αν και η εμφάνιση του ανθρώπου τοποθετείται
στο τέλος της 11ης χιλιετίας π.Χ. Η ανακάλυψη του χαλκού, που
τοποθετείται στην αρχή της 3ης χιλιετίας π.Χ., υπήρξε σημαντικότατος
σταθμός στην ιστορία του νησιού και τη μετέτρεψε στα μέσα της 2ης π.Χ.
χιλιετίας σε μήλο της έριδας μεταξύ των ισχυρών γειτονικών αυτοκρατοριών των
Αιγυπτίων και των Χετταίων. Τελικά αυτοί που σφράγισαν το πεπρωμένο της ήταν
οι Έλληνες από τη Δύση, οι οποίοι, από το τέλος του 13ου, το 12ο και τον
11ο π.Χ. αιώνα, μετανάστευσαν μαζικά στο νησί.
Έκτοτε, παρά το γεγονός ότι η Κύπρος κατατέθηκε κατά
καιρούς από όλες τις μεγάλες δυνάμεις της περιοχής, η παρουσία των
Ελλήνων έδωσε στην Κύπρο ιστορική και πολιτιστική συνέχεια. Απλώς οι
διάφορες περιπέτειες στο διάβα των χρόνων άφησαν τα σημάδια τους στον τόπο,
στάθηκαν όμως ανίκανες να μεταβάλουν τον κυπριακό πολιτισμό, που παρέμεινε
στην ουσία του ελληνικός.
Η Ελληνιστική και η Ρωμαϊκή περίοδος μας άφησαν
έξοχα μνημεία, το ίδιο και η Βυζαντινή με τα κομψά εκκλησιαστικά κτίσματα,
τα οποία αρκετές φορές κοσμούνται με θαυμάσιες τοιχογραφίες. Εμπλουτίζουν
ακόμη το έδαφος του νησιού εντυπωσιακά γοτθικά μνημεία, ο λέων του
Αγίου Μάρκου, οι μιναρέδες της οθωμανικής Ανατολής αλλά και ο
θυρεός της πάλαι ποτέ Μ. Βρετανίας.
Αυτόν τον υπέροχο πολιτισμό, τον ενιαίο και
αδιάσπαστο για ολόκληρη την Κύπρο, ήλθε να καταστρέψει η Τουρκία με την
εισβολή του 1974, επιβάλλοντας για πρώτη φορά στη μακραίωνη ιστορία του
το βίαιο διαχωρισμό του νησιού και καταστρέφοντας συστηματικά μνημεία και
έργα τέχνης ανυπολόγιστης αξίας, στην προσπάθειά της να εκτουρκίσει τα
κατεχόμενα εδάφη. Αν αυτή η καταστροφή συνεχιστεί, θα απειλήσει τον
ενιαίο πολιτισμικό χαρακτήρα της Κύπρου και θα αλλοιώσει ανεπανόρθωτα τον
πανάρχαιο κυπριακό πολιτισμό, ο οποίος αποτελεί ανεκτίμητο κομμάτι της
παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η πιο ισχυρή μαρτυρία για την εμφάνιση των πρώτων ανθρώπων
στην Κύπρο προέρχεται από καταφύγιο, το οποίο έχει καταπέσει
μερικώς, στην τοποθεσία
Αετόκρεμμος,
εντός της ομώνυμης Βρετανικής στρατιωτικής βάσης του χωριού Ακρωτήρι.

Μέσα σ’ αυτό βρέθηκε πληθώρα οστών που ανήκαν σε
περισσότερους από πεντακόσιους νάνους ιπποπόταμους, σε τρεις νάνους
ελέφαντες καθώς και σε άλλα ζώα και μεγάλα πουλιά. Εντοπίστηκαν
επίσης παλαιολιθικά εργαλεία και όπλα, καθώς και εστίες μόνιμες ή
περιστασιακές. Στρωματογραφικά διακρίθηκαν τέσσερις φάσεις, που
χρονολογήθηκαν με τη μέθοδο του ραδιάνθρακα στη 10η χιλιετία π.Χ.
Επομένως, μπορούμε να υποθέσουμε πως προς το τέλος της 11ης π.Χ.
χιλιετίας, ομάδες ανθρώπων, που διήγαν νομαδική ζωή τροφοσυλλεκτών και
κυνηγών, δρούσαν στο νησί και σ’ αυτούς μάλλον οφείλεται η πλήρης
εξαφάνιση των νάνων ιπποπόταμων και ελεφάντων.
Τα ευρήματα στο Ακρωτήρι δείχνουν πως η Κύπρος
κατοικήθηκε τρεις περίπου χιλιετηρίδες πριν από τη φάση της Χοιροκοιτίας,
δεν είναι όμως βέβαιο αν στην ανάπτυξη του νεολιθικού πολιτισμού της Κύπρου
συνέβαλαν οι απόγονοι των πρώτων Κυπρίων ή αν αφίξεις νέων αποίκων
δημιούργησαν τον τελευταίο.
Πρόσφατες μελέτες απέδειξαν πως η Νεολιθική
περίοδος της λεγόμενης φάσης της Χοιροκοιτίας (7000 - 5800 π.Χ.), η οποία
χαρακτηρίζεται από την απουσία κεραμικής γι’ αυτό και ονομάζεται
ακεραμική ή προκεραμική, παρουσιάζει και μια πρώιμη φάση, η οποία ξεκινά
από τα μέσα της 9ης π.Χ. χιλιετίας, όπως απέδειξαν ανασκαφές κοντά στην
Παρεκκλησιά, ανατολικά της Λεμεσού, στην Κισσόνεργα της Πάφου
και αλλού.

Κατά την πρώιμη αυτή φάση δημιουργήθηκαν οι πρώτες, μικρές
έστω, κοινότητες. Σημαντικό στοιχείο για την εποχή είναι η παρουσία
βοοειδών, τα οποία συμβάλλουν τα μέγιστα στην οικονομία της κοινότητας. Το
παράξενο είναι πως κατά την άνθηση του νεολιθικού πολιτισμού, τα βοοειδή
φαίνεται να εξαφανίζονται.
Νεολιθικοί οικισμοί υπάρχουν σε ολόκληρη την Κύπρο.
Πέρα από αυτόν της Χοιροκοιτίας έχουμε άλλες τουλάχιστο δεκαπέντε
τοποθεσίες, όπως την Καλαβασό – Τέντα, τον Απόστολο Ανδρέα –
Κάστρο, την Πέτρα του Λιμνίτη και αλλού.
Οι κατοικίες είχαν κυκλικό σχήμα με ένα μόνο δωμάτιο.
Σε κάποιες από αυτές που είχαν μεγάλο μέγεθος υπήρχαν κτιστές κολώνες που
υποβάσταζαν ένα είδος αποθηκευτικού χώρου. Το κάτω μέρος των κατοικιών
ήταν κτισμένο με πέτρες χωρίς συνδετικό υλικό μεταξύ τους, ενώ το μέσο
και ανώτερο ήταν κατασκευασμένο από πλιθάρια ψημένα στον ήλιο και πηλό. Στην
οροφή που μπορούσε να ήταν θολωτή ή επίπεδη, χρησιμοποιούσαν κλαδιά
δέντρων και καλάμια. Στο εσωτερικό υπήρχε εστία για μαγείρεμα φαγητών
αλλά και για ζεστασιά το χειμώνα. Υπήρχαν επίσης κτιστοί πάγκοι και
παράθυρα.
Στην καθημερινή τους ζωή οι άντρες ασχολούνταν με
το κυνήγι, τη γεωργία, την κτηνοτροφία και την κατασκευή αντικειμένων από
πέτρα. Οι γυναίκες, επιπρόσθετα προς άλλες εργασίες, μεγάλωναν τα παιδιά
και ύφαιναν σε πρωτόγονους αργαλειούς. Το πιο χαρακτηριστικό προϊόν αυτού
του πολιτισμού είναι η πληθώρα των πέτρινων σκευών, που κατασκευάζονται από
γκρίζο ανδεσίτη. Σε επαφή με την ανατολική Μικρά Ασία παραπέμπει η
παρουσία καρνεόλης και οψιανού. Ο τελευταίος είναι είδος φυσικού γυαλιού
και χρησίμευε στο κόψιμο δερμάτων και άλλων αντικειμένων.
Διάφορα είδη σπόρων μαρτυρούν την καλλιέργεια
δημητριακών, φασολιών, μπιζελιών, φακής, ενώ ανευρεθέντα κόκκαλα ζώων
μιλούν για την παρουσία αιγοπροβάτων, χοίρων, ελαφιών και σκύλων.
Οι άνθρωποι της προκεραμικής περιόδου ήταν λιγόχρονοι.
Επιστημονικές έρευνες σε ανθρώπινους σκελετούς υποστηρίζουν πως ο μέσος όρος
ζωής ήταν γύρω στα 34 χρόνια, ενώ η παιδική θνησιμότητα ήταν πολύ μεγάλη.
Οι νεκροί θάβονταν συνήθως κάτω από τα δάπεδα των σπιτιών τους σε
συνεσταλμένη στάση, ώστε να μη χρειάζονται πολύ χώρο. Μερικές φορές
έχουμε προσφορές προς τους νεκρούς, για τους οποίους μάλλον θα υπήρχε κάποια
μορφή λατρείας, επομένως και η πίστη για μιαν άλλη ζωή πέραν της
παρούσης.
Φαίνεται πως η εν λόγω κοινωνία ήταν καλά οργανωμένη και
αναπτυγμένη και δίκαια θεωρούνται οι δημιουργοί του πρώτου κυπριακού
πολιτισμού, γιατί πέρα από χρηστικά αντικείμενα, παρουσιάζονται και άλλα
που φέρουν διακόσμηση, μια χρονοβόρα ασχολία που σαφώς υποδηλώνει πως οι
Κύπριοι δεν είναι πια τροφοσυλλέκτες, αλλά έχουν ελεύθερο χρόνο και
προσπαθούν να κάνουν τη ζωή τους αισθητικά πιο ωραία, διακοσμώντας τα
πέτρινά τους αγγεία και ζωγραφίζοντας τους τοίχους των σπιτιών τους.
Η επόμενη φάση του νεολιθικού πολιτισμού της Κύπρου
παρουσιάζει χρήση της κεραμικής, μιας σημαντικότατης ανακάλυψης για τον
άνθρωπο. Ο κυριότερος οικισμός αυτής της περιόδου που ξεκινά από το 4500
και διαρκεί μια χιλιετία είναι η Σωτήρα της επαρχίας Λεμεσού, ενώ
υπάρχουν άλλες 30 τοποθεσίες της ίδιας περιόδου.

Τι συνέβη στο ενδιάμεσο διάστημα των σχεδόν 1500 ετών
μεταξύ ακεραμικής και κεραμικής νεολιθικής περιόδου είναι ένα μυστήριο. Ίσως
φυσικές καταστροφές όπως επιδημίες, πείνα κ.τ.λ. να συνέτειναν στη
δραματική μείωση του πληθυσμού και να μην είναι εύκολα ανιχνεύσιμη η παρουσία
ανθρώπων. Ό,τι όμως και να έχει συμβεί, φαίνεται πως στο δεύτερο μισό της
5ης π. Χ. χιλιετίας έχουμε άφιξη αποίκων.
Στον οικισμό της
Σωτήρας
έχουμε περίπου 50 κατοικίες που αποτελούνται από ένα δωμάτιο, με εστία στη
μέση, κτιστούς πάγκους κατά μήκος των τοίχων και ενδιάμεσους τοίχους που
υποδιαιρούν το χώρο. Το κάθε σπίτι ήταν αυτόνομο, δεν ακουμπούσε δηλαδή
στα διπλανά του, είχε σχετικά λεπτούς τοίχους και η κάτοψη ήταν
κατά το μάλλον ή ήττον τετράγωνη με αποστρογγυλεμένες γωνίες. Υπάρχουν
φυσικά άλλες τοποθεσίες της ίδιας περιόδου όπως ο
Άγιος Επίκτητος – Βρύση,
όπου οι κατοικίες είναι υπόγειες. Στη
Φιλιά
παρουσιάζονται επίσης παρόμοιες κατασκευές, όμως η
χρήση τους είναι αβέβαιη.
Το σπουδαιότερο χαρακτηριστικό της Νεολιθικής Β΄ περιόδου
είναι η κεραμική. Μπορεί μάλιστα να διακριθεί σε δυο εργαστήρια, αυτό
της νότιας Κύπρου με τη «χτενιστή» διακόσμηση των αγγείων και αυτό
της βόρειας στο οποίο η διακόσμηση είναι κοκκινωπή πάνω σε υπόλευκη
επιφάνεια και παρουσιάζει ποικιλία γεωμετρικών μοτίβων.
Η ύστερη νεολιθική περίοδος της Κύπρου έφτασε στο
τέρμα της γύρω στο 3500 π.Χ. Είχαν προηγηθεί ισχυροί σεισμοί τρεις
αιώνες προηγουμένως που κατέστρεψαν τις κοινωνίες της εποχής εκείνης, οι
οποίες σιγά αλλά σταθερά ανέκαμψαν και δημιούργησαν τη δική τους πολιτιστική
βαθμίδα, κατά τη διάρκειατης οποίας εμφανίζεται δειλά, δειλά και ο χαλκός.
Αρχαιολογικά σημάδια που να φανερώνουν ξεκάθαρα την εισροή
νέων αποίκων στο νησί δεν υπάρχουν. Αντίθετα, πολλά είναι τα στοιχεία που
συνηγορούν προς μια αδιάλειπτη πολιτιστική συνέχεια. Παρά τις καταστροφές
που προηγήθηκαν, παρουσιάζεται μια εσωτερική εξέλιξη που τυποποιείται γύρω
στο 3500 π.Χ., χρονικό σημείο στο οποίο τοποθετούμε την έναρξη της
λεγόμενης Χαλκολιθικής περιόδου που διήρκεσε μέχρι το 2500/2300 π.Χ.
Κυριότερος εκπρόσωπος της ανωτέρω περιόδου είναι η
Ερήμη,
δυτικά της Λεμεσού. Πέρα από την κατασκευή πήλινων αντικειμένων, κάποια
από τα οποία είναι μεγάλου μεγέθους και δείχνουν να είναι αποθηκευτικά, για
πρώτη φορά παρατηρείται αυξημένη εκμετάλλευση πετρωμάτων. Έχουμε επίσης
την εμφάνιση ελάχιστων χάλκινων αντικειμένων, όπως σμιλάρια, αγκίστρια και
κοσμήματα. Το νέο αυτό προϊόν θα σφραγίσει την ιστορία της Κύπρου σε
όλους τους μετέπειτα αιώνες.

Το χαρακτηριστικότερο δείγμα του πολιτισμού αυτής της
περιόδου είναι τα περίφημα πια σταυρόσχημα ειδώλια από στεατίτη και άλλα
παρεμφερή πετρώματα. Μεγάλο κέντρο παραγωγής των ειδωλίων αυτών
αποδεικνύεται η περιοχή της
Σουσκιού,
βόρεια των Κουκλιών. Πρόσφατες ανασκαφές του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου
που συνεχίζονται μέχρι σήμερα, αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.
Κατά τη διάρκεια της Χαλκολιθικής περιόδου, ιδιαίτερα από
το 3000 και μετέπειτα, έλαβαν χώρα κοινωνικές αλλαγές μεγάλης
σπουδαιότητας. Η παρουσία μιας πέτρινης σφραγίδας, όπως και το
διαφοροποιημένο μέγεθος των σπιτιών υπαινίσσονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα
και κοινωνική ιεραρχία. Η ίδια ιστορία παρουσιάζεται και στις ταφές,
αφού σε μερικές από αυτές οι νεκροί εναποτίθενται σε απλούς λάκκους χωρίς
κτερίσματα, ενώ σε άλλες εναποτίθενται σε μεγαλύτερους λάκκους και
συνοδεύονται από πληθώρα κτερισμάτων, σαφής ένδειξη πως στη δεύτερη
περίπτωση υπάρχει πλούτος και κοινωνική διαφοροποίηση.
Υπάρχει επίσης σαφής ένδειξη για την ύπαρξη λατρευτικού
κέντρου σε οικισμό πλησίον της
Κισσόνεργας
όπου πιθανότατα λατρευόταν η θεά της γονιμότητας, την οποία πολλούς
αιώνες αργότερα διαδέχθηκε στην περιοχή της Πάφου η Αφροδίτη, η κατ’ εξοχήν
θεότητα της Κύπρου.
Η Χαλκολιθική περίοδος φαίνεται πως δεν τέλειωσε
ταυτόχρονα σε όλη την Κύπρο. Στην περιοχή της
Πάφου
συνεχίστηκε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ενώ στη βόρεια Κύπρο είχε
ήδη αρχίσει η εποχή του χαλκού.
Πώς ξεκίνησε η νέα εποχή είναι θέμα που συζητήθηκε
έντονα. Υπήρχαν δύο σχολές σκέψεις εκ των οποίων η πρώτη υποστήριζε
την εκ των έσω προοδευτική αλλαγή, ενώ η δεύτερη την έξωθεν άφιξη
ανθρώπων, οι οποίοι και συνέτειναν στις δραματικές αλλαγές που
ακολούθησαν. Υπέρ της δεύτερης θεωρίας συνηγορεί η αρχαιολογική εικόνα που
παρουσιάζει το νησί. Η βόρεια Κύπρος και η δυτική κεντρική πεδιάδα
παρουσίαζαν λίγα ίχνη κατοίκησης τη Χαλκολιθική περίοδο και όμως σ’ αυτές
ακριβώς τις περιοχές επισυμβαίνουν οι σημαντικότερες αλλαγές που εισάγουν την
εποχή του Χαλκού. Σ’ αντίθεση, η δυτική Κύπρος παρουσιάζει τις κοινότητες
της ύστερης Χαλκολιθικής περιόδου να έχουν εγκαταλειφθεί. Αλλά και τα
ταφικά έθιμα έχουν αλλάξει εντελώς. Για πρώτη φορά έχουμε υπόγειους
θαλαμοειδείς τάφους, οι οποίοι σηματοδοτούν την έναρξη της νέας εποχής,
αλλά και ταφές σε αγγεία, έθιμα εντελώς ξένα προς ό,τι ακολουθούσαν μέχρι τότε
οι Κύπριοι αλλά γνωστά στη Μικρά Ασία.
Φαίνεται λοιπόν πως η αρχή της νέας εποχής οφείλεται στην
άφιξη ανθρώπων από την απέναντι Μικρασιατική παραλία της Κιλικίας, οι οποίοι
εγκατέλειψαν την πατρίδα τους εξαιτίας αναταραχών, που προκλήθηκαν από την
άφιξη των Ινδοευρωπαίων στην περιοχή.
Οι νεοαφιχθέντες ήταν καλοί γνώστες του χαλκού, γι’
αυτό και γρήγορα μετακινήθηκαν από τις βόρειες περιοχές της Κύπρου στις
μεταλλοφόρες περιοχές, στους πρόποδες δηλαδή της οροσειράς του Τροόδους,
ενέργεια που δείχνει το άμεσο ενδιαφέρον τους για το προϊόν, που έπαιξε
σημαντικότατο ρόλο στην ιστορική πορεία του νησιού.

Το χαρακτηριστικότερο δείγμα του πολιτισμού της πρώιμης
χαλκοκρατίας είναι τα υπέροχα και άκρως ενδιαφέροντα ερυθροστιλβωτά
αγγεία, που εναποτίθενται κατά δεκάδες στους τάφους. Το σπουδαιότερο
νεκροταφείο τής εποχής ήταν αυτό που βρέθηκε ανατολικά του
Μπέλλαπαϊς,
στους Βουνούς. Εδώ βρέθηκε το περίφημο ομοίωμα ιερού με θρησκευτικές
σκηνές, καθώς και η αναπαράσταση σκηνής αροτριάσεως. Βρέθηκαν επίσης
εκατοντάδες αγγεία, όπως ραμφόστομες πρόχοι, κρατήρες, κύπελλα, κούπες, πολλά
από τα οποία έφεραν ανάγλυφες, έκτυπες ή και ολόγλυφες παραστάσεις από
την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Υπήρχαν ακόμη πήλινα αντίγραφα μαχαιριών
και των θηκαριών τους, αδράχτια, χτένες καθώς και χάλκινες
καρφίτσες για το πιάσιμο των φορεμάτων στους ώμους, εργαλεία και όπλα.
Εξίσου σπουδαία νεκροταφεία της ίδιας περιόδου είναι
γνωστά από τη
Βασίλεια
δυτικά της Κερύνειας, τη
Δένεια,
την
Αγία Παρασκευή
στη Λευκωσία και τον
Κοτσιάτη
νοτιότερα.
Οι σχέσεις της Κύπρου με τις γειτονικές χώρες, είναι
πασιφανείς, αφού έχουμε εισηγμένα αγγεία και μεταλλικές λόγχες από την
Κρήτη,
αγγεία από τις
Κυκλάδες,
μεγάλα αλαβάστρινα αγγεία από την
Αίγυπτο
και χάντρες από φαγεντιανή που προέρχονται από τη Συροπαλαιστίνη.
Ταυτόχρονα, έχουμε κυπριακά ερυθροστιλβωτά αγγεία στην Ουγκαρίτ, η οποία
βρίσκεται στην ασιατική ακτή απέναντι από το ακρωτήριο του Αποστόλου Ανδρέα.
Η Μέση Εποχή του Χαλκού ήταν μια σύντομη σχετικά
περίοδος, κατά τη διάρκεια της οποίας πρέπει να υπήρχαν πολεμικές
αναταραχές, καθώς παρατηρούνται οχυρωματικά έργα σε διάφορες περιοχές του
νησιού. Οι αιτίες των συγκρούσεων μας είναι άγνωστες και μόνο εικασίες
μπορούμε να κάνουμε.
Σε αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο, για την οποία
όλες οι γνώσεις μας προέρχονται από τάφους, τώρα εκτός από νεκροταφεία
έχουν ανασκαφεί και οικισμοί κι έτσι η γνώση μας είναι πιο ολοκληρωμένη για
την κοινωνία της εποχής. Από την
Αλάμπρα
στα νότια της Λευκωσίας γνωρίζουμε πως τα σπίτια
ήταν τετράγωνα με πολλά δωμάτια, ενώ υπήρχαν και δρόμοι για την εύκολη
διακίνηση εντός της κοινότητας.

Γενικά, ο πολιτισμός αυτής της περιόδου είναι συνέχεια
του προηγούμενου. Η κεραμική και η μεταλλουργία, καθώς και ο τρόπος
ταφής, ακολουθούν, με μικρές διαφοροποιήσεις, τις γραμμές που καθιερώθηκαν την
πρώιμη εποχή του χαλκού, επομένως υπάρχει πολιτιστική συνέχεια.
Το εμπόριο με τις γύρω χώρες συνέχισε να ανθεί,
αν κρίνουμε από τις εισαγωγές αντικειμένων αλλά και τις εξαγωγές κυπριακών
προϊόντων προς αυτές. Σημαντική θέση στις εξαγωγές της Κύπρου πρέπει να
κατείχε ο χαλκός, ο οποίος εξαγόταν μέχρι και τη Μεσοποταμία.
Η Κύπρος ήταν γνωστή στους γειτονικούς λαούς με τις
ονομασίες
Άσι
και
Αλασία.
Κατά πόσο οι ανωτέρω ονομασίες σωστά αποδίδονται στην Κύπρο έγιναν και
γίνονται έντονες συζητήσεις. Σύμφωνα με τις σύντομες περιγραφές των
πηγών, η
Άσι
ή
Αλάσια
ήταν παραθαλάσσια, διατηρούσε στενές σχέσεις με την
Ουγκαρίτ,
την
Αίγυπτο,
τη
Συροπαλαιστινιακή
ακτή και την ενδοχώρα της καθώς και με τους Χετταίους και ήταν γνωστή για
τον χαλκό που εκκαμίνευε και εξήγε σ΄ όλες αυτές τις χώρες.
Οι ανωτέρω περιγραφές δεν ταιριάζουν με καμιά
παραθαλάσσια περιοχή των Ασιατικών και Αφρικανικών ακτών. Μόνο η Κύπρος
είτε ολόκληρη είτε ίσως κάποια πόλη της Κύπρου (Έγκωμη;)
τις πληροί απόλυτα, γι’ αυτό και ελάχιστοι επιστήμονες αμφιβάλλουν σήμερα
γι’ αυτή την ταύτιση.
Προς το τέλος της περιόδου, η κυπριακή κεραμική εξάγεται
σε μεγάλες ποσότητες στις ανατολικές αγορές και είναι συμπληρωματική της
εξαγωγής του χαλκού, που ήταν ήδη γνωστός σ’ αυτές.
Η παρούσα φάση της εποχής του χαλκού δεν είναι παρά
μία συνέχεια της προηγούμενης. Η πολεμική αναταραχή που προηγήθηκε
φαίνεται να συνεχίζεται και κατά τα πρώτα χρόνια της παρούσας φάσης και θα
πρέπει να σχετίζεται με τους
Υκσώς,
που τότε διήγαν τα τελευταία τους χρόνια στην Αίγυπτο, από την οποία
διώχτηκαν τελικά στα μέσα του 16ου π.Χ. αιώνα.
Έπειτα από αυτό το σημαντικό γεγονός επικράτησε ειρήνη
στην περιοχή της Εγγύς Ανατολής, γεγονός που επέτρεψε την ανάπτυξη του
εμπορίου και τη δημιουργία μεγάλων αστικών κέντρων στην Κύπρο. Το
σπουδαιότερο από αυτά θα πρέπει να ήταν η
Έγκωμη,
πρόδρομος της σημερινής Αμμοχώστου, η οποία θεμελιώθηκε γύρω στο 1550 και
διαδέχτηκε την
Καλοψίδα,
που απείχε αρκετά από την παραλία.
Περίπου την ίδια περίοδο κτίζεται πόλη κοντά στη Μόρφου,
στην τοποθεσία
Τούμπα
του Σκούρου, ενώ αργότερα παρουσιάζονται πόλεις
στην περιοχή του αρχαίου
Κιτίου,
την
Αλυκή
της Λάρνακας και αλλού. Η ειρήνη που επικρατούσε επέτρεψε την αύξηση του
πληθυσμού, την ανάπτυξη του εμπορίου και την άνοδο του πολιτιστικού επιπέδου.

Πλούσια ευρήματα, που χρονολογούνται στην υστεροχαλκή
περίοδο, αποδεικνύουν τη ζωηρή εμπορική επικοινωνία με άλλες χώρες της
περιοχής. Εμφανίζονται κοσμήματα και άλλα πολύτιμα αντικείμενα θαυμάσιας
τέχνης από το Αιγαίο, μαζί με πληθώρα πήλινων αγγείων που αποδεικνύουν
τις στενές σχέσεις των δύο περιοχών. Φυσικά εξίσου ωραία έργα τέχνης από
χρυσάφι, άλλα πολύτιμα μέταλλα, ελεφαντόδοντο, γυαλί, αυγά στρουθοκαμήλου
κτλ., φτάνουν στην Κύπρο από χώρες της Ασίας ή από την Αίγυπτο. Χρυσά
κοσμήματα που βρέθηκαν σε τάφο της
Καλαβασού,
τοποθεσία Άγιος Δημήτριος, ζύγιζαν συνολικά 432 γραμμάρια, ενώ υπήρχαν
και άλλα πολύτιμα αντικείμενα, καθώς και πολλές δεκάδες Μυκηναϊκών αγγείων.
Όπως ήταν επόμενο, τα χρόνια της ειρήνης δεν κράτησαν για
πάντα. Όμως κατά τη διάρκειά τους στην Κύπρο μαζεύτηκε μεγάλος πλούτος.
Φαίνεται μάλιστα πως στις διαφορές των ισχυρών γειτόνων της, η Κύπρος
προσπάθησε να διαδραματίσει εποικοδομητικό ρόλο, κρατώντας ουδέτερη στάση,
ενέργεια που επέτρεπε μεγαλύτερη ανάπτυξη και ευημερία στους κατοίκους της.
Στις επαφές τους με την Κρήτη, οι Κύπριοι γνώρισαν τη γραφή και επινόησαν,
προς τα τέλη του 16ου αιώνα π.Χ., ένα δικό τους είδος γραφής, η οποία
ονομάστηκε
Κυπρο-Μινωική.
Από τη γραφή αυτή σώζονται λίγα δείγματα, όμως μέχρι σήμερα δεν έχει
διαβαστεί, παρά τις προσπάθειες εξειδικευμένων επιστημόνων.
Από τα μέσα της περιόδου, οι μεγάλες πόλεις της Κύπρου
αρχίζουν να οχυρώνονται και από τον 13ο αιώνα π.Χ. όλες σχεδόν
περικλείονται με τείχη, ένδειξη επικρεμμάμενων κινδύνων. Εντός των τειχών
υπάρχουν ιερά, κατοικίες, εργαστήρια για την κατεργασία του χαλκού αλλά και
τάφοι, καθώς φαίνεται να μην υπήρχαν ξεχωριστά κοιμητήρια. Άξιο
μνείας είναι το γεγονός πως στην Έγκωμη παρουσιάζεται αξιόλογο αποχετευτικό
σύστημα και εγκαταστάσεις υγιεινής (λουτρά, αποχωρητήρια, μπανιέρες κτλ.)
που δείχνουν πολύ ψηλό πολιτιστικό επίπεδο.
Στο δεύτερο μισό του 13ου αιώνα η Κύπρος άρχισε να
υποφέρει από πειρατικές επιδρομές, οι οποίες εντάθηκαν το τελευταίο τέταρτο του
αιώνα και πήραν τη μορφή καταστροφικών εισβολών. Στην ουσία η
σοβαρότατη αυτή απειλή οφειλόταν στις μετακινήσεις λαών, κάτι δηλαδή σαν τις
εθνικές μετακινήσεις του 4ου, 5ου και 6ου μ.Χ. αιώνα στην Ευρώπη.
Τα Μυκηναϊκά κέντρα στην Ελλάδα καταστρέφονται και
ακολουθεί η καταστροφή της αυτοκρατορίας των
Χετταίων
και της
Άρζαβα
στη Μικρά Ασία, της
Αλάσιας,
της
Ουγκαρίτ
και όλης της
Συροπαλαιστινιακής
ακτής. Μόνο η Αίγυπτος γλύτωσε από αυτή τη λαίλαπα, μιας
και ο
Φαραώ Ραμσής Γ΄
κατάφερε, με φοβερή δυσκολία, να αποκρούσει τους εισβολείς στο Δέλτα του
Νείλου, μάλλον το 1176 π.Χ..
Προτού ακόμη καταλαγιάσουν οι καταστροφικές αυτές
μετακινήσεις, αρχίζει να παρατηρείται η άφιξη των πρώτων Μυκηναίων Ελλήνων
στην Κύπρο. Κάποιοι από αυτούς ήταν ίσως μέρος των Λαών της Θάλασσας που
προκάλεσαν, σύμφωνα με αιγυπτιακές πηγές, τις καταστροφές. Οι πρώτες ομάδες
Ελλήνων έφτασαν στην Κύπρο γύρω στο 1200 π.Χ., με το ρεύμα της άφιξης αποίκων
να κρατάει έναν ολόκληρο και πλέον αιώνα. Ο απόηχος αυτής της
μετανάστευσης διασώθηκε σε πολλές μεταγενέστερες γραπτές παραδόσεις, που
διηγούνται πώς μερικοί ήρωες του Τρωικού πολέμου, μετά το τέλος του, ήλθαν
και εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο.
Κατ’ αυτό τον τρόπον συνδέθηκε το όνομα του
Αγαπήνορα
από την Τεγέα της Πελοποννήσου με το κτίσιμο της
Παλαιπάφου (σημερινά Κούκλια), του
Ακάμα,
γιού του Θησέα, και του
Φάληρου,
εγγονού του Ερεχθέα, με το κτίσιμο των Σόλων καθώς και των Πράξανδρου,
Κηφέα, Χύτρου και Χαλκάνορα με το κτίσιμο των πόλεων
Λαπήθου,
Κερύνειας,
Χύτρων
(σημερινή Κυθρέα) και
Ιδαλίου
αντίστοιχα. Οι
Γόλγοι,
παρά την Αθηαίνου, και το
Κούριο
ανήγαν το κτίσιμό τους η μεν πρώτη πόλη στους Σικυώνιους η δε δεύτερη
στους Αργείους . Μία άλλη παράδοση συνέδεε το κτίσιμο της
Σαλαμίνας
με τον Τεύκρο, γιο του βασιλιά Τελαμώνα και ετεροθαλή αδελφό του
περίφημου Αίαντα. Αυτή η τελευταία παράδοση είναι πολύ σημαντική, γιατί η
Σαλαμίνα αναπτύχθηκε πάρα πολύ και έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στην ιστορία του
ελληνισμού της Κύπρου.
Όπως ήταν επόμενο, οι νεοαφιχθέντες έφεραν μαζί τη γλώσσα,
την προηγμένη τεχνολογία, τα ήθη, τις ταφικές και άλλες
συνήθειές τους και έδωσαν νέα μορφή στην τέχνη.
Αβίαστα, λοιπόν, μπορούμε να διατυπώσουμε την άποψη πως
από το 1220 π.Χ. η Κύπρος αρχίζει να εξελληνίζεται και από το 1100 π.Χ.
παραμένει βασικά ελληνική πληθυσμιακά, γλωσσικά και πολιτισμικά, παρά τις
όποιες επιδράσεις, που κατά καιρούς εμφανίζονται και προέρχονται από τις
επανειλημμένες κατακτήσεις της από τους ισχυρούς γειτονικούς λαούς.
Τέλος του 1ου Κεφαλαίου
Στην επόμενη έκδοση μας θα συνεχίσουμε για την Ιστορία της
Κύπρου παρουσιάζοντας το 2ον Κεφάλαιο που περιέχει
ότι αφορά: την Γεωμετρική περίοδο, την Αρχαϊκή περίοδο, την
Κλασική περίοδο, την Ελληνιστική περίοδο, την Ρωμαϊκή περίοδο,
την Έλευση και τούς τρεις πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού. Και αυτά
γνωρίζουμε ότι τους Τούρκους τούς διακατέχει ένα αίσθημα κατωτερότητας,
ώστε τόσο στην Τουρκία όσο και στην κατεχόμενη Κύπρο οι ξεναγοί όταν
κάνουν ξενάγηση σε ξένους τουρίστες αποφεύγουν να αναφέρουν τη λέξη ελληνικό.
Τα ελληνικά αγάλματα, θέατρα τα αναφέρουν ως Ρωμαϊκά, τις
ελληνικές επιγραφές τις αναφέρουν ως Λατινικές. Εάν κάποιος επισκέπτης
ρωτήσει τον ξεναγό κάτι που η απάντηση πρέπει να περιέχει τη λέξη
ελληνικό, ο ξεναγός δεν δίνει απάντηση. Εμείς λέμε στους Τούρκους θα
συναντηθούμε στους Εμμαούς. Εμείς σαν
Apodimos.com
πάντα και όσο υπάρχει αυτό το Online
Magazine του θα ενημερώσουμε
όλους τους
Έλληνες (Ελλαδίτες, Κύπριους και Απόδημους) και
Ομογενείς αδελφούς μας, για την Κύπρο όπως αποδείξαμε διαχρονικά, αλλά
με έμφαση όπως κάνουμε τελευταίως και είμαστε ευχαριστημένοι από
την ανταπόκριση που κάνουν οι πολυπληθείς επισκέπτες – αναγνώστες μας.
Πηγές : Apodimos.com
από το Churchofcyprus.org.cy